Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πώς Βρήκα Ευτυχία στο να Δίνω

Πώς Βρήκα Ευτυχία στο να Δίνω

ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 12 χρονών, συνειδητοποίησα πρώτη φορά ότι είχα κάτι πολύτιμο να δώσω. Στη διάρκεια μιας συνέλευσης, ένας αδελφός με ρώτησε αν θα ήθελα να κηρύξω. «Ναι», είπα, αν και δεν είχα κηρύξει ποτέ προηγουμένως. Πήγαμε στον τομέα, και μου έδωσε μερικά βιβλιάρια για τη Βασιλεία του Θεού. «Εσύ θα επισκεφτείς τους ανθρώπους σε αυτή την πλευρά του δρόμου», είπε, «και εγώ θα πάω στην άλλη πλευρά». Γεμάτος τρακ, άρχισα να πηγαίνω από σπίτι σε σπίτι και, προς έκπληξή μου, έπειτα από λίγο είχα δώσει όλα τα βιβλιάρια. Ήταν ολοφάνερο ότι πολλοί ήθελαν αυτό που έδινα.

Γεννήθηκα το 1923 στο Τσάταμ του Κεντ, στην Αγγλία, και μεγάλωσα σε έναν κόσμο γεμάτο απογοητευμένους ανθρώπους. Ο Μεγάλος Πόλεμος είχε διαψεύσει την υπόσχεση για έναν καλύτερο κόσμο. Οι γονείς μου ήταν απογοητευμένοι και από τους Βαπτιστές κληρικούς οι οποίοι φαινόταν να ενδιαφέρονται κυρίως για το προσωπικό τους όφελος. Όταν ήμουν γύρω στα εννιά, η μητέρα μου άρχισε να πηγαίνει στην αίθουσα του Διεθνούς Συλλόγου Σπουδαστών της Γραφής, όπου οι άνθρωποι που είχαν υιοθετήσει το όνομα Μάρτυρες του Ιεχωβά διεξήγαν τις «τάξεις» τους, ή αλλιώς τις συναθροίσεις τους. Μια από τις αδελφές εκεί έκανε σε εμάς τα παιδιά Βιβλικά μαθήματα που βασίζονταν στην Αγία Γραφή και στο βιβλίο Η Κιθάρα του Θεού. Μου άρεσαν τα όσα μάθαινα.

ΜΑΘΑΙΝΩ ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ

Ως έφηβος, χαιρόμουν να δίνω στους ανθρώπους ελπίδα από τον Λόγο του Θεού. Αν και συχνά έβγαινα στο έργο από σπίτι σε σπίτι μόνος μου, μάθαινα επίσης ενώ κήρυττα μαζί με άλλους. Για παράδειγμα, μια μέρα, καθώς ένας μεγαλύτερος αδελφός και εγώ πηγαίναμε με τα ποδήλατά μας στον τομέα κηρύγματος, περάσαμε δίπλα από έναν κληρικό και είπα: «Να ένα κατσίκι». Ο αδελφός σταμάτησε το ποδήλατό του και μου ζήτησε να καθίσω μαζί του σε ένα κούτσουρο. Κατόπιν, μου είπε: «Ποιος σου έδωσε την εξουσία να κρίνεις ποιος είναι κατσίκι; Ας είμαστε ευτυχισμένοι προσφέροντας στους ανθρώπους τα καλά νέα και ας αφήσουμε την κρίση στον Ιεχωβά». Εκείνον τον καιρό, έμαθα πολλά για την ευτυχία που προέρχεται από το να δίνουμε.​—Ματθ. 25:31-33· Πράξ. 20:35.

Κάποιος άλλος μεγαλύτερος αδελφός μού έμαθε ότι, προκειμένου να βρίσκουμε ευτυχία στο να δίνουμε, μερικές φορές πρέπει να εγκαρτερούμε με υπομονή. Η γυναίκα του δεν συμπαθούσε τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Μια μέρα, ο αδελφός με κάλεσε στο σπίτι του για να τσιμπήσουμε κάτι. Αυτή όμως ήταν τόσο έξαλλη μαζί του για το ότι είχε βγει στο έργο, ώστε άρχισε να μας πετάει κουτιά με τσάι. Αντί να νευριάσει μαζί της, εκείνος ξανάβαλε με κέφι το τσάι στη θέση του. Χρόνια αργότερα, η υπομονή του ανταμείφθηκε όταν η γυναίκα του βαφτίστηκε ως Μάρτυρας του Ιεχωβά.

Η επιθυμία μου να δίνω στους άλλους ελπίδα για το μέλλον συνέχισε να μεγαλώνει, και βαφτίστηκα μαζί με τη μητέρα μου στο Ντόβερ τον Μάρτιο του 1940. Η Βρετανία είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1939, όταν ήμουν 16 χρονών. Τον Ιούνιο του 1940, παρακολουθούσα από το κατώφλι του σπιτιού μας καθώς τα φορτηγά μετέφεραν χιλιάδες τραυματισμένους στρατιώτες. Ήταν επιζήσαντες από τη Μάχη της Δουνκέρκης. Στο βλέμμα τους δεν έβλεπα ίχνος ελπίδας, και λαχταρούσα να τους μιλήσω για τη Βασιλεία του Θεού. Αργότερα το ίδιο έτος, η Γερμανία άρχισε να βομβαρδίζει σε τακτική βάση τη Βρετανία. Κάθε βράδυ παρακολουθούσα τα σμήνη των γερμανικών βομβαρδιστικών να πετάνε πάνω από την περιοχή μας. Οι βόμβες σφύριζαν και, καθώς τις ακούγαμε να πέφτουν, ο τρόμος μας γινόταν ακόμα μεγαλύτερος. Όταν βγαίναμε έξω την άλλη μέρα, αντικρίζαμε ολόκληρες γειτονιές να έχουν γίνει συντρίμμια. Άρχισα να συνειδητοποιώ ολοένα και περισσότερο ότι η Βασιλεία ήταν η μοναδική μου ελπίδα για το μέλλον.

ΞΕΚΙΝΑΩ ΜΙΑ ΖΩΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ

Ουσιαστικά, το 1941 ξεκίνησα τη ζωή που με έκανε τόσο ευτυχισμένο. Εργαζόμουν στον Βασιλικό Ναύσταθμο του Τσάταμ ως μαθητευόμενος ναυπηγός, μια περιζήτητη θέση με εξαιρετικά πλεονεκτήματα. Οι υπηρέτες του Ιεχωβά είχαν προ πολλού κατανοήσει ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να μάχονται στο πλευρό ενός έθνους εναντίον κάποιου άλλου. Το 1941 είχαμε αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έπρεπε να εργαζόμαστε στη βιομηχανία των όπλων. (Ιωάν. 18:36) Εφόσον στον ναύσταθμο κατασκευάζονταν υποβρύχια, αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να αφήσω την εργασία μου και να αναλάβω την ολοχρόνια διακονία. Ο πρώτος μου διορισμός ήταν στο Σίρενσεστερ, μια γραφική πόλη στην περιοχή Κότσγουολντς.

Όταν έγινα 18, φυλακίστηκα εννιά μήνες επειδή αρνήθηκα τη στρατιωτική υπηρεσία. Ήταν τρομακτικό το συναίσθημα την πρώτη φορά που η πόρτα του κελιού μου έκλεισε με βρόντο και εγώ απέμεινα μόνος. Σύντομα όμως, φύλακες και φυλακισμένοι άρχισαν να ρωτούν γιατί βρισκόμουν εκεί, και εγώ τους μιλούσα μετά χαράς για την πίστη μου.

Μετά την αποφυλάκισή μου, μου ζητήθηκε να συνεργαστώ με τον Λέναρντ Σμιθ * κηρύττοντας σε διάφορες κωμοπόλεις στο Κεντ, την κομητεία όπου είχαμε γεννηθεί. Αρχίζοντας από το 1944, χίλια και πλέον μη επανδρωμένα αεροπλάνα γεμάτα εκρηκτικά έπεσαν στο Κεντ. Βρισκόμασταν ακριβώς στην πορεία πτήσης τους μεταξύ της κατεχόμενης από τους Ναζί Ευρώπης και του Λονδίνου. Ήταν μια εκστρατεία τρόμου, διότι μόλις άκουγες τον κινητήρα να σταματάει, όπως συνέβαινε συχνά, ήξερες ότι δευτερόλεπτα αργότερα το αεροπλάνο​—αυτή η ιπτάμενη βόμβα​—θα πέσει και θα εκραγεί. Κάναμε Γραφική μελέτη με μια πενταμελή οικογένεια. Μερικές φορές, καθόμασταν κάτω από ένα σιδερένιο τραπέζι το οποίο ήταν ειδικά σχεδιασμένο για να τους προστατέψει σε περίπτωση που το σπίτι κατέρρεε. Ολόκληρη εκείνη η οικογένεια τελικά βαφτίστηκε.

ΜΕΤΑΔΙΔΟΥΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΝΕΑ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Διαφημίζοντας μια συνέλευση τα πρώτα χρόνια που έκανα σκαπανικό στην Ιρλανδία

Μετά τον πόλεμο, έκανα σκαπανικό για δύο χρόνια στη νότια Ιρλανδία. Δεν είχαμε ιδέα πόσο διέφερε η Ιρλανδία από την Αγγλία. Πηγαίναμε από πόρτα σε πόρτα ζητώντας κατάλυμα και λέγοντας ότι είμαστε ιεραπόστολοι, και επίσης προσφέραμε τα περιοδικά μας στον δρόμο. Τι «ανόητα» πράγματα να κάνει κάποιος σε μια τόσο Καθολική χώρα! Όταν ένας άντρας μάς απείλησε ότι θα μας επιτεθεί, παραπονέθηκα σε κάποιον αστυνομικό ο οποίος είπε: «Τι περίμενες δηλαδή;» Δεν είχαμε αντιληφθεί πόση εξουσία διέθεταν οι ιερείς. Φρόντιζαν να χάνουν οι άνθρωποι τη δουλειά τους αν έπαιρναν τα βιβλία μας, και όσο για εμάς, μεσολάβησαν ώστε να μας γίνει έξωση.

Σύντομα καταλάβαμε ότι, όταν φτάναμε σε μια καινούρια περιοχή, ήταν καλύτερο να πηγαίνουμε με το ποδήλατο μακριά από το μέρος όπου μέναμε, κηρύττοντας μόνο σε περιοχές με άλλον ιερέα. Αφήναμε τελευταίους όσους έμεναν κοντά μας. Στο Κιλκένι, μελετούσαμε με έναν νεαρό τρεις φορές την εβδομάδα παρά τις απειλές των βίαιων όχλων. Απολάμβανα τόσο πολύ το να διδάσκω τις Γραφικές αλήθειες ώστε αποφάσισα να κάνω αίτηση για να εκπαιδευτώ ως ιεραπόστολος στη Βιβλική Σχολή Γαλαάδ της Σκοπιάς.

Η σκούνα Σιμπία ήταν ο ιεραποστολικός μας οίκος από το 1948 ως το 1953

Έπειτα από την πεντάμηνη σειρά μαθημάτων στη Νέα Υόρκη, εγώ και άλλοι τρεις απόφοιτοι της Γαλαάδ πήραμε διορισμό για τα μικρότερα νησιά της Καραϊβικής Θάλασσας. Τον Νοέμβριο του 1948, σαλπάραμε από τη Νέα Υόρκη με μια 18μετρη σκούνα που είχε το όνομα Σιμπία. Δεν είχα μπει ποτέ μου σε πλοίο, οπότε φαντάζεστε τον ενθουσιασμό μου. Ένας από την ομάδα μας, ο Γκαστ Μάκι, ήταν έμπειρος καπετάνιος. Μας δίδαξε κάποια από τα στοιχειώδη, όπως το να σηκώνουμε και να μαζεύουμε τα διάφορα πανιά, να κρατάμε σταθερή πορεία χρησιμοποιώντας την πυξίδα και να πλέουμε κόντρα στον άνεμο. Ο Γκαστ κατάφερε να πλοηγήσει επιδέξια το σκάφος μας επί 30 μέρες μέσα από επικίνδυνες θύελλες μέχρι που φτάσαμε στις Μπαχάμες.

«ΔΙΑΛΑΛΗΣΤΕ ΤΟΝ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ»

Αφού περάσαμε λίγους μήνες κηρύττοντας στα μικρότερα νησιά στις Μπαχάμες, σαλπάραμε για τα Υπήνεμα Νησιά και τα Προσήνεμα Νησιά, τα οποία εκτείνονται γύρω στα 800 χιλιόμετρα από τα Παρθένα Νησιά κοντά στο Πόρτο Ρίκο και φτάνουν σχεδόν μέχρι το Τρινιδάδ. Επί πέντε χρόνια, κηρύτταμε κυρίως σε απομονωμένα νησιά όπου δεν υπήρχαν Μάρτυρες. Μερικές φορές, περνούσαν ολόκληρες εβδομάδες χωρίς να μπορούμε να στείλουμε ή να λάβουμε κάποιο γράμμα. Αλλά πόσο ευτυχισμένοι νιώθαμε που διαλαλούσαμε τον λόγο του Ιεχωβά στα νησιά!​—Ιερ. 31:10.

Οι ιεραπόστολοι που αποτελούσαν το πλήρωμα στη Σιμπία (από αριστερά προς τα δεξιά): Ρον Πάρκιν, Ντικ Ράιντ, Γκαστ Μάκι και Στάνλεϊ Κάρτερ

Όταν αγκυροβολούσαμε σε κάποιον κόλπο, ο ερχομός μας δημιουργούσε αίσθηση στους χωρικούς, και μαζεύονταν στην προβλήτα για να δουν ποιοι ήμασταν. Μερικοί δεν είχαν δει ποτέ τους ούτε σκούνα ούτε κάποιον λευκό. Οι νησιώτες ήταν φιλικοί, θρησκευόμενοι άνθρωποι, και είχαν καλή γνώση της Γραφής. Συχνά, μας φίλευαν φρέσκα ψάρια, αβοκάντο και φιστίκια. Το μικρό μας πλεούμενο είχε λιγοστό χώρο για να κοιμόμαστε, να μαγειρεύουμε ή να κάνουμε μπουγάδα, αλλά τα φέρναμε βόλτα.

Κωπηλατούσαμε ως την ακτή και όλη μέρα επισκεπτόμασταν τους ανθρώπους. Συνήθως τους ενημερώναμε ότι επρόκειτο να εκφωνηθεί μια Γραφική διάλεξη. Το σούρουπο χτυπούσαμε την καμπάνα του πλοίου. Ήταν υπέροχο θέαμα να βλέπεις τους ντόπιους να καταφθάνουν. Τα λυχνάρια τους έμοιαζαν με άστρα που κατηφόριζαν τις πλαγιές τρεμοπαίζοντας. Κάποιες φορές, μαζεύονταν μέχρι και εκατό άνθρωποι, και έμεναν ως αργά τη νύχτα κάνοντας ερωτήσεις. Τους άρεσε να τραγουδούν, οπότε δακτυλογραφούσαμε τα λόγια μερικών ύμνων της Βασιλείας και τους τα μοιράζαμε. Καθώς οι τέσσερίς μας κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε για να αποδώσουμε τη μελωδία, ένωναν και εκείνοι τις φωνές τους μαζί μας δημιουργώντας μια πανέμορφη αρμονία. Τι ευτυχισμένες μέρες!

Όταν τελειώναμε μια Γραφική μελέτη, μερικοί σπουδαστές περπατούσαν μαζί μας μέχρι την επόμενη οικογένεια που είχαμε να επισκεφτούμε προκειμένου να καθίσουν και στη δική τους μελέτη. Επειδή μπορούσαμε να μένουμε λίγες μόνο εβδομάδες σε κάθε μέρος, συχνά ζητούσαμε από εκείνους που έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον να συνεχίσουν να μελετούν με τους υπόλοιπους μέχρι να επιστρέψουμε. Ήταν υπέροχο να βλέπουμε πόσο σοβαρά έπαιρναν κάποιοι τον διορισμό τους.

Σήμερα, πολλά από αυτά τα νησιά είναι πολύβουα τουριστικά θέρετρα, αλλά εκείνον τον καιρό ήταν τόποι απόμεροι που δεν είχαν τίποτα άλλο πέρα από σμαραγδένια νερά, αμμώδεις παραλίες και φοινικόδεντρα. Συνήθως ταξιδεύαμε από το ένα νησί στο άλλο τη νύχτα. Τα δελφίνια κολυμπούσαν παιχνιδιάρικα δίπλα στη σκούνα μας, και το μόνο που άκουγες ήταν η πλώρη μας που έσκιζε το νερό. Το φως του φεγγαριού έλουζε τη γαλήνια θάλασσα χαράζοντας μια ασημένια λεωφόρο που έφτανε μέχρι τον ορίζοντα.

Αφού περάσαμε πέντε χρόνια κηρύττοντας στα νησιά, σαλπάραμε για το Πόρτο Ρίκο προκειμένου να ανταλλάξουμε τη σκούνα με ένα μηχανοκίνητο σκάφος. Εκεί γνώρισα και ερωτεύτηκα τη Μαξίν Μπόιντ, μια όμορφη ιεραπόστολο. Κήρυττε με ζήλο τα καλά νέα από παιδί. Αργότερα, υπηρέτησε ως ιεραπόστολος στη Δομινικανή Δημοκρατία ωσότου η Καθολική κυβέρνηση την απέλασε από τη χώρα το 1950. Ως μέλος του πληρώματος, είχα άδεια παραμονής στο Πόρτο Ρίκο μόνο έναν μήνα. Σε λίγο θα έφευγα για τα νησιά και θα έλειπα μερικά χρόνια ακόμα. Είπα λοιπόν στον εαυτό μου: “Ρόναλντ, αν θέλεις την κοπέλα, πρέπει να κινηθείς γρήγορα”. Ύστερα από τρεις εβδομάδες, της έκανα πρόταση, και έπειτα από έξι εβδομάδες, παντρευτήκαμε. Διοριστήκαμε ως ιεραπόστολοι στο Πόρτο Ρίκο, έτσι λοιπόν δεν σάλπαρα ποτέ με το καινούριο σκάφος.

Το 1956, αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε εκκλησίες στο έργο περιοχής. Πολλοί από τους αδελφούς ήταν φτωχοί, αλλά μας άρεσε πολύ να τους επισκεπτόμαστε. Για παράδειγμα, στο χωριό Ποτάλα Παστίγιο, ζούσαν δύο οικογένειες Μαρτύρων με παιδιά, και συχνά πυκνά τους έπαιζα φλάουτο. Ρώτησα ένα από τα κοριτσάκια, την Έλντα, αν ήθελε να έρθει στο έργο μαζί μας. Εκείνη μου είπε: «Θέλω, αλλά δεν μπορώ. Δεν έχω παπούτσια». Της αγοράσαμε λοιπόν ένα ζευγάρι, και έτσι ήρθε μαζί μας στο έργο. Χρόνια αργότερα, το 1972, όταν επισκεφτήκαμε με τη Μαξίν το Μπέθελ του Μπρούκλιν, μας πλησίασε μια αδελφή που είχε μόλις αποφοιτήσει από τη Σχολή Γαλαάδ. Ετοιμαζόταν να φύγει για τον διορισμό της στον Ισημερινό, και είπε: «Δεν με γνωρίσατε, ε; Είμαι το κοριτσάκι από το Παστίγιο που δεν είχε παπούτσια». Ήταν η Έλντα! Η χαρά μας ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν μπορούσαμε να συγκρατήσουμε τα δάκρυά μας!

Το 1960, μας ζητήθηκε να υπηρετήσουμε στο γραφείο τμήματος του Πόρτο Ρίκο, το οποίο στεγαζόταν σε ένα μικρό διώροφο σπίτι, στο Σαντούρθε του Σαν Χουάν. Αρχικά, ο Λέναρτ Τζόνσον και εγώ κάναμε την περισσότερη δουλειά. Εκείνος και η γυναίκα του ήταν οι πρώτοι Μάρτυρες του Ιεχωβά στη Δομινικανή Δημοκρατία, και είχαν έρθει στο Πόρτο Ρίκο το 1957. Αργότερα, η Μαξίν διεκπεραίωνε τις συνδρομές των περιοδικών​—πάνω από χίλιες την εβδομάδα. Απολάμβανε τον διορισμό της επειδή σκεφτόταν όλους εκείνους τους ανθρώπους που θα λάβαιναν πνευματική τροφή.

Μου αρέσει η υπηρεσία Μπέθελ, επειδή είναι μια ζωή προσφοράς. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει και τις δυσκολίες της. Παραδείγματος χάρη, στην πρώτη διεθνή συνέλευση του Πόρτο Ρίκο το 1967, ένιωθα ότι θα καταρρεύσω από το βάρος της ευθύνης. Ο Νάθαν Νορ, ο οποίος ηγούνταν τότε στους Μάρτυρες του Ιεχωβά, ήρθε στο Πόρτο Ρίκο. Συμπέρανε εσφαλμένα ότι είχα αμελήσει να φροντίσω για τη μεταφορά των επισκεπτών ιεραποστόλων, παρότι εγώ το είχα διευθετήσει. Αργότερα, μου έδωσε ισχυρή συμβουλή για το ότι έπρεπε να είμαι πιο οργανωμένος και μου είπε ότι τον είχα απογοητεύσει. Δεν ήθελα να μαλώσουμε, αλλά ένιωσα ότι με είχε κρίνει άδικα και ήμουν πληγωμένος για αρκετό καιρό. Εντούτοις, την επόμενη φορά που η Μαξίν και εγώ είδαμε τον αδελφό Νορ, μας προσκάλεσε στο δωμάτιό του και μαγείρεψε κάτι για εμάς.

Από το Πόρτο Ρίκο, μπορέσαμε να επισκεφτούμε μερικές φορές την οικογένειά μου στην Αγγλία. Ο πατέρας μου δεν δέχτηκε την αλήθεια όταν προχωρήσαμε εγώ και η μητέρα μου. Αλλά όταν έρχονταν ομιλητές από το Μπέθελ, η μητέρα μου συχνά τους φιλοξενούσε στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου έβλεπε πόσο ταπεινοί ήταν αυτοί οι Μπεθελίτες επίσκοποι σε αντίθεση με τους κληρικούς που του είχαν προκαλέσει απέχθεια πριν από χρόνια. Τελικά, το 1962 βαφτίστηκε ως Μάρτυρας του Ιεχωβά.

Με τη Μαξίν στο Πόρτο Ρίκο λίγο μετά τον γάμο μας, και στην 50ή επέτειό μας το 2003

Η αγαπημένη μου Μαξίν πέθανε το 2011. Πραγματικά ανυπομονώ να την ξαναδώ στην ανάσταση. Πόση ευτυχία μού φέρνει αυτή η σκέψη! Στα 58 χρόνια της κοινής μας ζωής, η Μαξίν και εγώ είδαμε τον λαό του Ιεχωβά στο Πόρτο Ρίκο να αυξάνεται από περίπου 650 Μάρτυρες σε 26.000! Κατόπιν, το 2013, το γραφείο τμήματος του Πόρτο Ρίκο συγχωνεύτηκε με το γραφείο τμήματος των Ηνωμένων Πολιτειών, και μου ζητήθηκε να υπηρετήσω στο Γουόλκιλ της Νέας Υόρκης. Έπειτα από 60 χρόνια στο νησί, ένιωθα όσο Πορτορικανός νιώθει και ο κοκί, ο διάσημος μικρός δενδρόβιος βάτραχος που τραγουδάει το σούρουπο κο-κι, κο-κι. Αλλά είχε έρθει ο καιρός να γυρίσω σελίδα.

«Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟ ΧΑΡΩΠΟ ΔΟΤΗ»

Συνεχίζω να απολαμβάνω την υπηρεσία που προσφέρω στον Θεό εδώ στο Μπέθελ. Τώρα έχω περάσει τα 90, και ο διορισμός μου είναι να ενθαρρύνω τα μέλη της οικογένειας Μπέθελ ως πνευματικός ποιμένας. Μου λένε ότι από τότε που ήρθα στο Γουόλκιλ έχω επισκεφτεί πάνω από 600 Μπεθελίτες. Μερικοί έρχονται να με δουν για προσωπικά ή οικογενειακά τους προβλήματα. Άλλοι ζητούν συμβουλές για το πώς να πετύχουν στην υπηρεσία Μπέθελ. Ορισμένοι που παντρεύτηκαν πρόσφατα θέλουν συμβουλές για τον γάμο. Και κάποιοι έχουν λάβει νέο διορισμό στον αγρό. Ακούω όλους όσους μου μιλάνε και, όταν είναι κατάλληλο, συχνά τους λέω: «“Ο Θεός αγαπάει το χαρωπό δότη”. Γι’ αυτό, να είστε ευτυχισμένοι στον διορισμό σας. Είναι για τον Ιεχωβά».​—2 Κορ. 9:7.

Το να είσαι ευτυχισμένος στο Μπέθελ παρουσιάζει την ίδια πρόκληση όπως και οπουδήποτε αλλού: Πρέπει να εστιάζεις στο γιατί αυτό που κάνεις είναι σημαντικό. Καθετί που κάνουμε στο Μπέθελ αποτελεί ιερή υπηρεσία. Συμβάλλει στο να βοηθηθεί «ο πιστός και φρόνιμος δούλος» να παρέχει πνευματική τροφή στην παγκόσμια αδελφότητα. (Ματθ. 24:45) Οπουδήποτε και αν υπηρετούμε τον Ιεχωβά, έχουμε ευκαιρίες να τον αινούμε. Ας απολαμβάνουμε αυτό που μας ζητάει εκείνος να κάνουμε, επειδή «ο Θεός αγαπάει το χαρωπό δότη».

^ παρ. 13 Η βιογραφία του Λέναρντ Σμιθ εμφανίστηκε στη Σκοπιά 15 Απριλίου 2012.