Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μετάβαση στον πίνακα περιεχομένων

«Ιεχωβά, με Βρήκες!»

«Ιεχωβά, με Βρήκες!»

«Ιεχωβά, με Βρήκες!»

Αφήγηση από τη Νέλι Λενς

«Είστε Μάρτυρες του Ιεχωβά;» ρώτησα τους δύο κυρίους που είχαν έρθει στο σπίτι μας. «Ναι», απάντησαν εκείνοι. «Και εγώ είμαι!» είπα με δυνατή φωνή. Ήμουν μόλις 13 χρονών και δεν πήγαινα σε συναθροίσεις στην Αίθουσα Βασιλείας. Οι γονείς μου δεν ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Γιατί, λοιπόν, συστήθηκα ως Μάρτυρας του Ιεχωβά;

ΑΝ ΔΕΝ ήταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, ίσως να μην είχα γεννηθεί ποτέ. Η μητέρα μου έμεινε έγκυος σε εμένα όταν ζούσε στο Μόντρεαλ, στο Κεμπέκ του Καναδά. Ήταν μόλις 17 χρονών. Η οικογένειά της την πίεζε πολύ να κάνει έκτρωση. Εκείνη συμφώνησε.

Η μαμά ζήτησε άδεια μιας μέρας από την εργασία της για να κάνει την έκτρωση. Η εργοδότριά της, μια Μάρτυρας του Ιεχωβά, προφανώς έμαθε γιατί ήθελε να απουσιάσει η μητέρα μου. Της είπε εν συντομία πόσο πολύτιμο είναι το δώρο της ζωής. (Ψαλμός 139:13-16) Στο δρόμο για την κλινική, η μαμά σκεφτόταν όσα της είχε πει η εργοδότριά της. Αποφάσισε να μην κάνει έκτρωση. Μετά τη γέννησή μου το 1964, η μητέρα μου με έβαλε σε ορφανοτροφείο.

Η Πρώτη μου Επαφή με τη Γραφική Αλήθεια

Όταν ήμουν περίπου δύο χρονών, η μητέρα μου και ο καινούριος της σύζυγος με πήραν από το ορφανοτροφείο. Ενώ μέναμε στο Σεν-Μαργκερίτ-ντι-Λακ-Μασόν, άρχισαν να μελετούν την Αγία Γραφή με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά και παρακολουθούσαν τις συναθροίσεις. Ωστόσο, σύντομα μετακομίσαμε στο Μπουαμπριάν, και οι γονείς μου σταμάτησαν τη μελέτη.

Μερικά χρόνια αργότερα ξανάρχισαν να μελετούν. Εγώ κρυφάκουγα για να μάθω τι έλεγαν σχετικά με την ελπίδα που δίνει η Γραφή για έναν επίγειο παράδεισο. (Λουκάς 23:43) Αγάπησα τον Ιεχωβά πάρα πολύ.

Κάποια μέρα, όμως, η μαμά μού είπε ότι είχαν σταματήσει τη μελέτη με τους Μάρτυρες και ότι δεν θα ξαναπηγαίναμε στην Αίθουσα Βασιλείας. Στην αρχή, αυτό μου άρεσε. Ήμουν ένα οχτάχρονο παιδί και μερικές φορές μου φαινόταν ότι οι συναθροίσεις διαρκούσαν πολλή ώρα. Το ίδιο βράδυ, όμως, ήθελα να προσευχηθώ στον Ιεχωβά και φοβόμουν ότι εκείνος δεν θα με άκουγε.

Την επόμενη Κυριακή το απόγευμα, είδα τους γείτονές μας που ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά να πηγαίνουν στη συνάθροισή τους, στην Αίθουσα Βασιλείας. Έβαλα τα κλάματα και ρώτησα τον Θεό: «Γιατί τα παιδιά τους μπορούν να πηγαίνουν στη συνάθροιση και εγώ δεν μπορώ;» Εντούτοις, τα λόγια του εδαφίου Ψαλμός 33:18 θα αποδεικνύονταν αληθινά: «Δείτε! Το μάτι του Ιεχωβά είναι στραμμένο προς εκείνους που τον φοβούνται, προς εκείνους που προσμένουν τη στοργική του καλοσύνη».

Και Πάλι στην Αίθουσα Βασιλείας

Έπειτα από τρεις εβδομάδες επισκέφτηκα τους γείτονές μας και είπα στη μητέρα, τη Λιλιάν, ότι ήθελα να παρακολουθώ τις συναθροίσεις. Η Λιλιάν εξήγησε ότι αυτό ήταν αδύνατον εφόσον η μητέρα μου δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Αλλά εγώ επέμενα. Έτσι λοιπόν, με πήγε στο σπίτι μου και ρώτησε τη μαμά αν θα μπορούσαν να με παίρνουν μαζί τους. Προς έκπληξή μου, η μαμά μου συμφώνησε. Είπε ότι οι συναθροίσεις θα με δίδασκαν καλές αρχές. Έτσι λοιπόν, πήγαινα στη συνάθροιση κάθε Κυριακή.

Επί τρία χρόνια περίπου μπορούσα να παρακολουθώ τις συναθροίσεις. Αλλά όταν έγινα 11 χρονών, οι γονείς μου πήραν διαζύγιο και η μητέρα μου και εγώ μετακομίσαμε. Για άλλη μια φορά έχασα κάθε επαφή με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά.

Απρόσμενη Συνάντηση

Μια μέρα καθόμουν στα μπροστινά σκαλιά του σπιτιού μας όταν πλησίασαν δύο Μάρτυρες​—ο Έντι Μπεσόν και ο Ντον Φίσερ—​και ρώτησαν αν ήταν στο σπίτι οι γονείς μου. Όταν είπα ότι απουσίαζαν, εκείνοι γύρισαν να φύγουν. Αλλά εγώ έτρεξα πίσω τους, και κάναμε το διάλογο που περιγράφεται στην αρχή.

Εύλογα, οι δύο άντρες έμειναν έκπληκτοι όταν με άκουσαν να συστήνομαι ως Μάρτυρας του Ιεχωβά. Εξήγησα τι μου είχε συμβεί και τους ικέτευσα να ξανάρθουν εκείνο το βράδυ. Όταν είπα στη μαμά μου ότι θα έρχονταν οι Μάρτυρες, εκείνη αναστατώθηκε πολύ και είπε πως δεν θα τους άφηνε να μπουν στο σπίτι. Μάλιστα, σχεδίαζε να φύγει πριν φτάσουν εκείνοι. Παρακαλούσα κλαίγοντας τη μαμά μου να μείνει. Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να φύγει, χτύπησε το κουδούνι, και ήταν ο Έντι Μπεσόν. Φανταστείτε τι χαρά ένιωσα όταν η μαμά δέχτηκε να κάνει Γραφική μελέτη!

Επιτέλους, μπορούσα να παρακολουθώ ξανά τις συναθροίσεις! Σε λιγότερο από έναν χρόνο, όμως, η μητέρα μου σταμάτησε και πάλι τη μελέτη. Αυτή τη φορά μού απαγόρευσε να έχω οποιαδήποτε επαφή με τους Μάρτυρες και πέταξε όλα τα έντυπα των Μαρτύρων του Ιεχωβά που μπόρεσε να βρει. Αλλά εγώ κατάφερα να κρύψω μια Γραφή, ένα υμνολόγιο, δύο τόμους της Σκοπιάς, δύο Βιβλία Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά και ένα βιβλίο με τίτλο Η Αλήθεια που Οδηγεί στην Αιώνιο Ζωή. a Στην τελευταία μου μελέτη, ρώτησα τον Έντι Μπεσόν τι μπορούσα να κάνω, επειδή αγαπούσα τον Ιεχωβά πάρα πολύ. Εκείνος με παρότρυνε να μελετάω μόνη μου και να προσεύχομαι συχνά. Με διαβεβαίωσε ότι ο Ιεχωβά θα φρόντιζε για εμένα. Ήμουν μόνο 14 χρονών περίπου.

Διεξάγω τις Δικές μου «Συναθροίσεις»

Έκτοτε, κάθε Κυριακή πήγαινα στο δωμάτιό μου και παρίστανα ότι ήμουν στη συνάθροιση. Έψελνα τον ύμνο «Κρατήστε το Βλέμμα σας στο Βραβείο!» στην αρχή και στο τέλος επειδή ήταν ο μόνος ύμνος της Βασιλείας που μπορούσα να θυμηθώ. Μέχρι σήμερα, δεν μπορώ να ψάλω αυτόν τον ύμνο χωρίς να κλάψω. Επίσης μελετούσα ένα άρθρο της Σκοπιάς από τους τόμους που είχα. Ολοκλήρωνα τη «συνάθροισή» μου με προσευχή. Έτσι λοιπόν, αν και δεν συναναστρεφόμουν πια με τους Μάρτυρες, ένιωθα ότι ο Ιεχωβά ήταν κοντά μου.

Όταν έγινα 17 χρονών, μετακομίσαμε με τη μαμά στο Μόντρεαλ. Εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα, επειδή το σπίτι μας ήταν κάθε άλλο παρά τόπος όπου επικρατούσε η αγάπη.

Με Βρήκε!

Κάποια μέρα η μαμά μου πήρε το βιβλίο Μπορείτε να Ζείτε για Πάντα στον Παράδεισο στη Γη από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Επιστρέφοντας στο σπίτι, το είδα στο τραπέζι και άρχισα να το περιεργάζομαι. Όταν είδα ότι χρησιμοποιούσε το όνομα του Θεού, Ιεχωβά, άρχισα να κλαίω και να προσεύχομαι σιωπηλά: «Ιεχωβά, με βρήκες!»

Ήθελα να έρθω σε επαφή με τους Χριστιανούς αδελφούς και αδελφές μου. Αλλά πώς; Η μαμά μού μίλησε για κάποιον γείτονα και είπε ότι ίσως ήταν Μάρτυρας του Ιεχωβά. Έτσι λοιπόν, καθ’ οδόν προς την εργασία μου, πήγα στο σπίτι του γείτονα και χτύπησα το κουδούνι. Ένας άντρας​—μισοκοιμισμένος—​άνοιξε την πόρτα. Πόση έκπληξη ένιωσε όταν είπα ότι ήμουν Μάρτυρας του Ιεχωβά και ότι ήθελα να βαφτιστώ! Διευθέτησε ώστε μια Χριστιανή αδελφή ονόματι Γιοσέι Μιρόν να κάνει μελέτη μαζί μου. Αλλά για άλλη μια φορά, η μαμά άρχισε να εναντιώνεται στη Γραφική μου μελέτη. Μου είπε ότι έπρεπε να περιμένω μέχρι να φτάσω στην ηλικία των 18 χρονών για να γίνω Μάρτυρας του Ιεχωβά.

Οικογενειακή Ζωή με Αντάλλαγμα;

Ο εργοδότης μου διέκρινε ότι στο σπίτι μου τα πράγματα χειροτέρευαν για εμένα. Με προσκαλούσε συχνά να περνάω τα σαββατοκύριακα με αυτόν και τη σύζυγό του. Επειδή μου αρέσουν τα άλογα, πηγαίναμε πολλές φορές μαζί για ιππασία. Τους ένιωθα σαν γονείς μου.

Μια μέρα ο εργοδότης μου μού είπε ότι εκείνος και η σύζυγός του με αγαπούσαν πάρα πολύ και ότι ήθελαν να ζήσω μαζί τους. Μου πρόσφερε κάτι που πάντα ήθελα​—μια στοργική οικογένεια. Υπήρχε, όμως, ένας όρος​—έπρεπε να σταματήσω να συναναστρέφομαι με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Μου έδωσαν μία εβδομάδα περιθώριο για να σκεφτώ την προσφορά τους, αλλά δεν χρειαζόμουν ούτε μία μέρα. Τους απάντησα αμέσως. Ο Ιεχωβά δεν με είχε εγκαταλείψει ποτέ, και εγώ δεν μπορούσα να τον εγκαταλείψω.

Υπηρετώ τον Θεό

Εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετώπιζα στο σπίτι, μετακόμισα στο θετό μου πατέρα. Εκείνος με παρότρυνε να συνεχίσω τη μελέτη και στις 17 Δεκεμβρίου 1983, σε ηλικία 19 χρονών, βαφτίστηκα. Ήμουν πολύ χαρούμενη που την ημέρα του βαφτίσματός μου είδα τον Έντι Μπεσόν. Τώρα δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ήμουν Μάρτυρας του Ιεχωβά!

Ωστόσο, η συμπεριφορά του θετού μου πατέρα άλλαξε μετά το βάφτισμά μου. Κάθε φορά που με έβλεπε να προσεύχομαι, μιλούσε πολύ δυνατά και μάλιστα μου πετούσε πράγματα! Επίσης, επέμενε να συνεχίσω τις σπουδές μου με τρόπο που θα συγκρουόταν με το στόχο που είχα θέσει να γίνω σκαπάνισσα, δηλαδή ολοχρόνια κήρυκας των καλών νέων. Τελικά, μου ζήτησε να φύγω από το σπίτι. Μου έδωσε μια επιταγή 100 δολαρίων και μου είπε πως, όταν θα την εξαργύρωνα, θα καταλάβαινα ότι ο Ιεχωβά δεν ενδιαφερόταν για εμένα.

Έγινα σκαπάνισσα την 1η Σεπτεμβρίου 1986 και έχω ακόμη εκείνη την επιταγή μέχρι σήμερα​—χωρίς να την έχω εξαργυρώσει! Μερικές φορές ήταν δύσκολο το έργο σκαπανέα σε αγροτική περιοχή χωρίς αυτοκίνητο. Αλλά τα μέλη της τοπικής εκκλησίας με υποστήριξαν και με βοήθησαν πολύ.

Αργότερα, γνώρισα έναν καλοσυνάτο Χριστιανό, τον Ρούμπεν Λενς. Παντρευτήκαμε το 1989. Ο Ρούμπεν υπηρετεί τώρα ως πρεσβύτερος στο Μίλτον του Οντάριο, στον Καναδά, όπου και ζούμε από το 2002. Ο γάμος μας είναι μια από τις μεγαλύτερες ευλογίες τις οποίες μου έχει χαρίσει ο Ιεχωβά. Συνέχισα την ολοχρόνια υπηρεσία μέχρι που αποκτήσαμε το πρώτο μας παιδί, την Έρικα, το 1993. Περίπου τρία χρόνια αργότερα, αποκτήσαμε έναν γιο, τον Μίκα. Έπειτα από πολλά χρόνια μοναξιάς, ο Ιεχωβά Θεός με ευλόγησε πλούσια με μια οικογένεια η οποία τον αγαπάει τόσο πολύ όσο εγώ.

Μολονότι κατά καιρούς βρισκόμουν μακριά από το λαό του Ιεχωβά καθώς μεγάλωνα, ποτέ δεν έπαψα να θέτω την ελπίδα μου στον Θεό και να διατηρώ την ελπίδα της αιώνιας ζωής στον Παράδεισο. (Ιωάννης 3:36) Πόσο ευγνώμων είμαι που ο Ιεχωβά με “βρήκε”!

[Υποσημείωση]

a Είναι εκδόσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά.

[Εικόνα στη σελίδα 15]

Ιππεύω το άλογο του εργοδότη μου

[Εικόνα στη σελίδα 15]

Η Νέλι Λενς με το σύζυγό της, Ρούμπεν, και τα παιδιά τους, Έρικα και Μίκα